Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Το πορτραίτο του καλλιτέχνη : Τζέιμς Τζόϋς

"...Το λαρύγγι του είχε λαβωθεί απ' την επιθυμία του να φωνάξει με τη φωνή του γερακιού ή του αετού στα ύψη, να αναγγείλει με μια στριγκιά κραυγή τη λευτεριά του, στον άνεμο και στους αιθέρες. Κι αυτό το κάλεσμα ήταν η ζωή η ίδια, και καθόλου η μονότονη και χονδροειδής φωνή του καθήκοντος και της απελπισίας, ούτε κι εκείνη η απάνθρωπη φωνή που τον καλούσε στη δούλεψη της εκκλησίας. Μια μόνο στιγμή του άγριου μαγικού πετάγματος τον είχε λεφτερώσει κι η θριαμβική κραυγή, που τα κλειστά του χείλια συγκρατούσαν, έκανε το κεφάλι του να σπάει.
- Στεφανούμενος; φώναξε. Στεφανοφόρος.
Ο τρόμος του τον ακολουθούσε νύχτα μέρα, η αβεβαιότητα που τον κύκλωνε, η ντροπή που τον ταπείνωνε, τι είχαν γίνει όλα αυτά παρ' εκτός κουρέλια που έπεφταν από σώμα θνητό, ράκη που σέρνονταν. Η ψυχή του ανασταινόταν απ' τον τάφο της εφηβείας του. Ναι, ναι, ναι, με λεφτεριά και δύναμη μ' όλο το σθένος της ψυχής του, σαν εκείνον το μέγα μάγιστρο που είχε το όνομά του, θα πραγματοποιούσε ένα πράγμα όμορφο, ζωντανό και νέο, δυνατό και άφθαρτο, αδέσμευτο, ένα πράγμα καινούργιο.
Με μια νευρική κίνηση κατέβηκε γρήγορα απ' το βράχο, μη μπορώντας να συγκρατήσει την ορμή που τον έσπρωχνε. Τα μάγουλά του κατακόκκινα κι ένα κρυφό τραγούδι μέσα του έκανε να σφαδάζει το λαρύγγι του κι η νοσταλγία κάποιου ταξιδιού έκαιγε τα ποδάρια του, έτοιμα να τρέξουν ίσαμε την πιο μακρινή γωνία της γης. Η καρδιά του ούρλιαζε: "Εμπρός, προχώρα". Το βράδυ σκουραίνει το χρώμα της θάλασσας, η νύχτα απλώνονταν στην πεδιάδα, η αυγή ανεβαίνει στον ορίζοντα μπρος στα μάτια του ταξιδιώτη και του φανερώνει πεδιάδες, βουνά, λίμνες, άγνωστα πρόσωπα...Πού;..."

"....Ήτανε μόνος, ξεχασμένος απ' όλους, ευτυχισμένος κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής. Ήτανε μόνος και νέος, γιομάτος θέληση και αγριάδα, μονάχος μες στην ερημιά του ελεύθερου αέρα, των αρμυρών νερών, ολομόναχος ανάμεσα σε κοχύλια και σε φύκια που φέρνει η θάλασσα μπρος στο μουντό φως του ήλιου και σε χαρούμενες μορφές παιδιών και νέων κοριτσιών, τριγυρισμένος από παρθενικές και παιδικές φωνές που αντηχούσαν στον αέρα..."

"...Ένα κορίτσι στεκόταν μπροστά του, όρθιο μες στο ρυάκι, μόνο κι ακίνητο κοιτώντας προς τη θάλασσα. Θα ' λεγες πως μάγια είχανε μεταμορφώσει αυτό το πλάσμα σε θαλασσοπούλι, όμορφο και παράξενο. Τα μακριά, λιγνά, γυμνά της πόδια, ντελικάτα σαν της Ίβιδος, πεντακάθαρα, παρεκτός εκεί που κόλλαγαν απάνω τους οι σμαραγδένιες πρασινάδες απ' τα φύκια σαν μια γιρλάντα. Τα μπούτια πιο γεμάτα, απαλόχρωμα σαν ελεφαντόδοντο, ήταν γυμνά ως τους γοφούς, όπου οι άσπρες νταντέλες του εσώρουχου μοιάζανε από μακριά σαν άσπρο, πουπουλένιο χνούδι. Οι φούστες της μπλε χρώμα βαθύ, ατημέλητα ανασηκωμένες ως τη μέση της, ξανάπεφταν προς τα πίσω σαν ουρά περιστέρας, το στήθος της όμοιο πουλιού, απαλό και τρυφερό, τρυφερό και απαλό σαν τον απαλό και πυκνόφτερο λαιμό μιας νέας τρυγόνας. Όμως, τα μακριά ξανθά μαλλιά της ήανε κοριτσίστικα, παρθενικά μαλλιά και άγγιζαν το θαυμαστό από ομορφιά θνητό της πρόσωπο.
Στεκόταν εκεί, μόνη και ήρεμη, κοιτώντας τη θάλασσα, κι όταν ένιωσε τον Στήβεν και το λατρευτικό του βλέμμα, γύρισε ήσυχα το κεφάλι της προς τη μεριά του, χωρίς αυθάδεια ή αδιαντροπιά. Ώρα πολλή αντίκριζε το βλέμμα του, ύστερα ήσυχα τράβηξε τα μάτια της, έσκυψε στο ρυάκι, ταράζοντας μαλακά το νερό με το ποδάρι της. Ένας ελάχιστος, αμυδρός παφλασμός νερού έσπασε τη σιωπή, μαλακός, και αρμονικός, ελάχιστος, μουρμουριστός, σαν τις καμπανούλες που ακούμε στον ύπνο μας..."


Απόσπασμα από το έργο του Τζέιμς Τζόϋς  "Το πορτραίτο του καλλιτέχνη", έτσι όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Μαντώς Αραβαντινού "Τζαίημς Τζόϋς, Ζωή και έργο" εκδ. Θεμέλιο 



Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Αργύρης Χιόνης : Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν το ‘βαλε κάτω

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων.Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.
Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.

Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.
Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.
Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πεταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.
Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι; Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…
Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνεχεία ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.
Αργύρης Χιόνης

***Το βίντεο είναι από την εκδήλωση-αφιέρωμα που έκανε η ομάδα "Ανοιχτές Βιβλιοθήκες - Ανοιχτά μυαλά" στον χώρος της Υπαίθριας βιβλιοθήκης Κορίνθου στην Δημοτική Αγορά με αφορμή την έκθεση "Φαντάσου την πόλη : Κόρινθος 2013"