Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μαναβάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μαναβάκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2011

Αγροτική ζωή

Τώρα τελευταία βλέπω στην τηλεόραση, διαβάζω στις εφημερίδες και ακούω πολλούς να προτρέπουν τον κόσμο να γυρίσει στα χωριά του για να καλλιεργήσει τη γη και να γίνει αγρότης. Κι εγώ το ίδιο λέω. Όμως θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο κάποιος να γίνει από οικονομολόγος αγρότης, ή μια γιάπισσα από διευθύντρια λογιστηρίου να αρμέγει κατσίκες. Σκεφτείτε το λίγο….

Φωτό : Το Μαναβάκι
Θέλει μεγάλο θάρρος και γενναιότητα να αλλάξεις ξαφνικά τη ζωή σου. Να αλλάξεις μέσα σε μια νύχτα όλα αυτά που τόσα χρόνια επιμελώς έχτιζες. Έχει μεγάλη διαφορά το καλλιεργώ για να είμαι αυτάρκης και να τραφώ, από το καλλιεργώ ως επάγγελμα. Συνεχίζω πάντως να επιμένω πως δεν είναι ακατόρθωτο.

Το επάγγελμα του αγρότη απέχει πολύ από μία ειδυλλιακή κατάσταση. Αυτό το «αγροτικό lifestyle» όπου ευτυχισμένα ζευγάρια χωρίς ίχνος χώματος στα χέρια τους χαμογελούν και ατενίζουν το απέραντο σύμπαν γεμάτοι πληρότητα, είναι το ιδανικό. Για να φτάσεις σε αυτό το σημείο, πρέπει να ξοδέψεις ένα σκασμό λεφτά για να στήσεις τις υποδομές (τρακτέρ, διάφορα σκέπαστρα, εργαλεία, συστήματα ποτίσματος, αγορά φυτών, γεωπόνος), να χωθείς μέσα στις λάσπες, να σκάψεις μέχρι να μη σου μείνει ανάσα, να σηκωθείς τα χαράματα μέσα στο χειμώνα και το ψοφόκρυο γιατί είναι η σειρά σου να πάρεις το νερό και πρέπει να βραχείς μέχρι το λαιμό για να ποτίσεις. Πρέπει το καλοκαίρι όταν όλοι σου οι φίλοι κάνουν μακροβούτια στα νησιά εσύ να μην κουνάς από το χωριό και να τρέχεις το χωράφι σου για να κάνεις συμμαζέματα ή λιπάνσεις, ή ραντίσματα. Πρέπει να τρέχεις 12 ώρες τη μέρα μέσα στη ζέστη να πουλήσεις μόνος σου τα προϊόντα σου στη λαϊκή ( γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να βγάλεις κάποια χρήματα χωρίς μεσάζοντες που πίνουν αίμα).  Ακόμα και για τις ψαγμένες καλλιέργειες τύπου κρόκος πρέπει να κοπιάσεις για να στήσεις ουσιαστικά μια εξαγωγική επιχείρηση από την αρχή μόνος σου. Χρειάζεται να είσαι αποφασισμένος να το κάνεις, να το αγαπάς και φυσικά να έχεις πολλή υπομονή και επιμονή, να εκπαιδεύεσαι και να ενημερώνεσαι συνέχεια. Να είσαι συνετός και να κάνεις ένα βήμα τη φορά. Και το βασικότερο όλων : πρέπει να είσαι προετοιμασμένος ότι είναι πιθανό κάποια σαιζόν να χάσεις την σοδειά άρα και το εισόδημά σου!

H ζωή στην επαρχία επίσης. Καμία σχέση με τη ζωή στις πόλεις. Μπορεί το κόστος να είναι χαμηλότερο, να υπάρχει καλύτερο βιοτικό επίπεδο (καλλιέργεια στο σπίτι, οικόσιτα ζώα, σχετική αυτάρκεια), όμως οι αποστάσεις είναι μεγάλες, ο χρόνος άπλετος, το περιβάλλον εντελώς διαφορετικό. Αυτά που στις πόλεις θεωρούνται δεδομένα, εδώ μπορεί να θεωρούνται πολυτέλεια ή τέλος πάντων αρκετά δύσκολα στην πραγματοποίησή τους. Το τηλέφωνο, το διαδίκτυο…δεν πατάς ένα κουμπί και συνδέεσαι. Οι εξωτερικές σου δουλειές. Μπορεί να χρειαστεί να οδηγήσεις αρκετά για να βρεις την Τράπεζα για να πληρώσεις τις δόσεις σου. Ή για να πας στο σούπερ μάρκετ. Ή για να διασκεδάσεις. Ή το πιο βασικό : να πας τα παιδιά σου στο σχολείο. Ναι, είναι όμορφα γιατί έχει χώρο, χρώματα, ζωή, αρώματα, άνοιγμα. Γιατί μπορεί από το παράθυρό σου να βλέπεις την ανατολή και τ’ αστέρια το βράδυ και όχι την μπουγάδα στον ακάλυπτο της γειτόνισσας. Όμως το βασικό είναι να ξέρεις τι να κάνεις με όλα αυτά. Πώς να τα διαχειριστείς. Και μόνο όταν ξέρεις ότι τα θες πραγματικά, θα καταφέρεις να αλλάξεις την καθημερινότητά σου για να τα ζήσεις.

Φωτό : Το Μαναβάκι
Είναι όμορφο να βλέπεις στην τηλεόραση ανθρώπους που τα παράτησαν όλα και έφυγαν για να κατοικήσουν μόνοι τους σε κάποιο εγκαταλελειμμένο χωριό, να μένουν σε υπέροχα πέτρινα σπίτια των δεκάδων τετραγωνικών, να εκτρέφουν άλογα και να καλλιεργούν κρόκο και ιπποφαές. Όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτοί δεν ανήκουν στον μέσο όρο. Ούτε οι άλλοι, οι δήθεν αγρότες των επιδοτήσεων, των θηριωδών τζίπ και των σκυλάδικων. Αυτοί τις περισσότερες φορές καταστρέφουν τις καλλιέργειες μόνοι τους προκειμένου – εκτός από επιδότηση – να εισπράξουν και αποζημίωση. Ούτε αυτοί ανήκουν στον μέσο όρο. Για να μην πω ότι αυτοί δεν είναι ούτε καν αγρότες…

Αυτοί που ανήκουν στο μέσο όρο είναι άνθρωποι της δουλειάς. Είναι αυτοί που δεν κάθονται στα καφενεία να αμπελοφιλοσοφούν όλη μέρα, αλλά ξυπνούν τα άγρια χαράματα βρέξει/χιονίσει, κάνουν μόνοι τους όλες τις δουλειές χωρίς βοήθεια από εργάτες ή με ελάχιστη βοήθεια. Είναι αυτοί που νοιάζονται και εμπνέονται από την καλλιέργεια της γης. Που πηγαίνουν στη δουλειά τους επειδή την αγαπούν και όχι μόνο για να βγάλουν χρήματα. Που την κάνουν επειδή τους αρέσει και όχι επειδή είναι υποχρεωμένοι.

Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα. Πριν από 7 χρόνια παντρεύτηκα και μετακόμισα σε παραθαλάσσιο χωριό του νομού Κορινθίας, αφήνοντας πίσω την ασφάλεια του σπιτιού μου, τους γονείς, τα αδέλφια μου, μια καλή δουλειά και τους φίλους μου. Ο σύζυγος, νέος αγρότης που έχει κληρονομήσει τα κτήματα από τον πατέρα του, που αυτός με τη σειρά του τα είχε κληρονομήσει από το δικό του πατέρα. Αγρότης μικρομεσαίος, με λίγα στρέμματα (17 τον αριθμό), καλλιεργεί σταφύλι σουλτανίνα.

Τα κτήματα τα καλλιεργεί μόνος του. Το επάγγελμά του το διάλεξε γιατί του άρεσε. Ποτέ δεν ονειρεύτηκε να φύγει από το χωριό για να παριστάνει κάποιον άλλον στα προάστια της Αθήνας. Έμεινε εδώ, έμαθε τη δουλειά, πάλεψε και τελικά πριν από 5 χρόνια, αποφάσισε να στραφεί στη βιολογική καλλιέργεια. Θυμάμαι τον πρώτο καιρό πόσο άγχος είχε για το αν θα πετύχει το εγχείρημα. Αγόρασε τα μηχανήματά του με μια μικρή επιδότηση του κράτους. Περίπου 50.000 ματωμένα ευρώ κόστισαν. Από αυτά τα χρήματα δεν πήρε πίσω ούτε τα μισά. Η καλλιέργεια πήγε καλά, η ποσότητα μειώθηκε λίγο, αλλά υπήρχε η ηθική ικανοποίηση και η εναλλακτική λύση της λαϊκής αγοράς βιολογικών προϊόντων που γίνεται στην Αθήνα, οπότε για εμάς τα πράγματα φάνταζαν καλύτερα από άλλους συνάδελφους που εξαρτώνται από τους εμπόρους μεσάζοντες/εξαγωγείς που αγοράζουν τον κόπο σου για 30 λεπτά του ευρώ.!!! Ναι καλά ακούσατε, 30 λεπτά το κιλό, για ένα προϊόν που δεν επιδοτείται! Για ένα προϊόν που φτάνει στους καταναλωτές να πωλείται προς 1,50 και 2,00 ευρώ το κιλό. Για ένα προϊόν του οποίου η καλλιέργεια μπορεί να κοστίσει πάρα πολύ ακριβά. Η δική μας καλλιέργεια 17 στρεμμάτων κοστίζει περίπου στις 8.000 ευρώ. Όμως αυτό το ποσό αλλάζει από χρόνο σε χρόνο και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως π.χ. η ποσότητα της βροχής κατά τους χειμωνιάτικους μήνες.  Αν δεν βρέξει, χρειάζεται να αγοράζουμε νερό από γεωτρήσεις το καλοκαίρι για το πότισμα από 20 έως 100ευρώ/ώρα!

Φωτό : Το Μαναβάκι
Φυσικά όλα αυτά είναι σχετικά, γιατί πάντα υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας που λέγεται «καιρικά φαινόμενα». Μπορεί ο αγρότης να κοιμηθεί με καλοκαίρι και να ξυπνήσει με φθινόπωρο. Οι καλοκαιρινές βροχές είναι οι πιο επικίνδυνες, γιατί κρύβουν μέσα τους μεγάλες πιθανότητες χαλαζιού. Υπάρχουν μέρες που χρειάζεται ζέστη και άλλες δροσιά. Μπορεί να χρειάζεται βροχή μα όχι κατακλυσμό. Μπορεί μια πρωινή υγρασία να τον καταστρέψει. Μα όμως πώς μπορεί να είναι σίγουρος για όλα αυτά; Τις περισσότερες δε φορές, τα πράγματα πάνε εντελώς ανάποδα από αυτό που περιμένει. Και ο αγρότης πρέπει να πάρει μια απόφαση που αφορά την καλλιέργεια «εδώ και τώρα». Αν πάρει τη λάθος απόφαση, όλα αλλάζουν…Εν ολίγοις, ο αγρότης δεν κοιμάται ποτέ ήσυχος. Ειδικά όταν το προϊόν του έχει ωριμάσει και είναι έτοιμο για συλλογή.

Για τα πραγματικά έσοδα δεν το συζητάμε. Το αγροτικό εισόδημα δεν είναι εγγυημένο! Δεν μπορεί να περιμένει ότι θα πάρει χρήματα, γιατί πολύ απλά δεν ξέρει αν θα έχει παραγωγή. Με μια βροχούλα τον Ιούλιο μπορεί να χάσεις τα πάντα, με μια υγρασία σε μια ζεστή μέρα του Σεπτεμβρίου σαπίζουν όλα. Τη μία μέρα είναι εντάξει, την άλλη μέρα δε υπάρχει τίποτα. Μου το έλεγαν και δεν το πίστευα. Μέχρι που το είδα. Έτσι ακριβώς όπως έχει συμβεί σε τέσσερις από τις επτά χρονιές καλλιέργειας που γνωρίζω εγώ. Πρόπερσι, το 80% της παραγωγής χάθηκε με τις βροχές και τις υγρασίες του Σεπτεμβρίου, τότε που τα σταφύλια ήταν έτοιμα και σάπιζαν πάνω στα κλήματα. Τότε που μπαίναμε στο κτήμα για τον τρύγο και κάθε μας βήμα ήταν και ένας λυγμός. Να βλέπεις τον κόπο σου, τις ατελείωτες ώρες πονεμένων ποδιών και τσακισμένης μέσης να πετιούνται. Αυτό για το οποίο προσπάθησες και κόπιασες να καταστρέφεται.

Βέβαια, υπάρχουν και οι καλές στιγμές. Όπου όλα πάνε καλά και έχεις και καλή παραγωγή, και ποιότητα προϊόντος και κερδίζεις χρήματα. Όμως πρέπει να παραδεχτώ πως αυτές είναι λιγότερες. Οι πραγματικές στιγμές χαράς είναι αυτές οι στιγμές της δημιουργίας. Οι στιγμές που περπατάς ανάμεσα στα φυτά σου και βλέπεις τη ζωή να ξεχειλίζει από παντού. Από το χώμα, από τα φύλλα, από τα ίδια τα φυτά. Όλη η αλυσίδα της ζωής υπάρχει σε ένα χωράφι.

Εύχομαι πολλοί από εσάς που θα διαβάσετε αυτό το κείμενο να αναθεωρήσετε τις απόψεις σας για τη ζωή και να αποφασίστε να αλλάξετε την καθημερινότητά σας, προσθέτοντάς της λίγο περισσότερο ενδιαφέρον, λίγο περισσότερο κόπο και λίγη περισσότερη κούραση. Είμαι σίγουρη ότι αυτά που θα κερδίσετε – κυρίως σε πνευματικό και λιγότερο σε υλικό επίπεδο – θα σας ανταμείψουν. Η ζωή στην επαρχία έχει εξαιρετική ποιότητα και πολλές χαρές. Η επαφή με τη φύση τονώνει το πνεύμα, προσφέρει ηρεμία, πολλές φορές γιατρεύει κιόλας. Η ενασχόληση με τις καλλιέργειες είναι μια εντελώς δημιουργική απασχόληση. Απολαμβάνεις τη διαδικασία από τη στιγμή που θα φυτέψεις ένα τόσο δα σποράκι, μέχρι τη στιγμή που αυτό το σποράκι θα φτάσει για να θρέψει εσένα και την οικογένειά σου. Το τόλμησα πριν χρόνια, με διαφορετικές συνθήκες βέβαια και προ κρίσης, αλλά σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα, ειδικά εσάς που είστε αποφασισμένοι, που σας αρέσει να ζείτε χωρίς επιδοτήσεις, που είστε υπομονετικοί και θέλετε να έχετε καλύτερη ποιότητα ζωής.





Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ένα φτωχό και μόνο μαναβάκι…

Πριν 3 χρόνια που έφτιαξα προφίλ στο facebook, είχα αποφασίσει να το διατηρήσω όσο πιο αληθινό γίνεται. Ποτέ δεν μου άρεσε να το παίζω κάτι διαφορετικό από αυτό που είμαι. Ούτε στη ζωή στον έξω κόσμο το κάνω, ούτε και στη διαδικτυακή μου ζωή θα το έκανα, πολύ απλά γιατί δεν ξέρω να παίζω αυτό το παιχνίδι, και μεταξύ μας τώρα, ούτε και θέλω να μάθω. Πιο πολλούς μπελάδες φέρνει, παρά κέρδος. Είμαι τύπος «what you see is what you get».
Το προφίλ μου λοιπόν, είναι αληθινό. Δεν προσποιούμαι ότι είμαι κάτι άλλο. Ούτε το παίζω κάτι που δεν είμαι. Αυτά που γράφω είναι οι πραγματικές μου σκέψεις, τις οποίες τις γράφω  μόνο όταν έχω έμπνευση και δεν με ενδιαφέρει να γράφω τσιτάτα για να με θαυμάζετε. Γενικώς δεν με ενδιαφέρει να κερδίσω κάποιο βραβείο ενδιαφέροντος χαρακτήρα, γιατί νομίζω πια πως μετά από 39 χρόνια ζωής, αρχίζω να καταλαβαίνω τι αξίζω.
Πολλοί από τους 500 φίλους μου είναι αληθινοί και τους βλέπω και τους μιλάω και τους αγγίζω και μοιράζομαι πράγματα μαζί τους και έξω από το σπίτι. Η καλύτερη μου φίλη είναι η Amelie Law, την οποία γνωρίζω 15 χρόνια, αν και οφείλω να ομολογήσω πως μέσω του facebook γνωρίστηκα και με κάποιους άλλους ανθρώπους με τους οποίους νομίζω ότι ταιριάζω και κάνουμε παρέα. Αυτό δε σημαίνει πως μπορώ να γίνω φίλη με όλους, ούτε όμως πως δεν μπορώ να συζητώ με όλους και να ανταλλάσσουμε απόψεις ή διαφωνίες.
Γενικώς, το προφίλ μου το χρησιμοποιώ για να εκθέτω τις απόψεις μου (τις αληθινές, όχι εκείνες που θα ήθελε ο άλλος μου εαυτός), ή να το γεμίζω με τις αγαπημένες μου μουσικές. Επίσης το χρησιμοποιώ για να κάνω πλάκα με τους φίλους μου, ή να ανεβάζω φωτογραφίες από τις εκδρομές μου και τις διακοπές μου. Δε φοβάμαι τόσο τις υποκλοπές, από τη στιγμή που ξέρω, όπως και όλοι μας, ότι στο διάστημα πάνω από τα κεφάλια μας αιωρούνται χιλιάδες δορυφόροι, που ανά πάσα στιγμή ξέρουν μέχρι και τι χρώμα βρακί φοράμε. Δεν έχω να κρύψω τίποτα, οπότε εσείς που είστε φίλοι μου ξέρετε ακριβώς τι καπνό φουμάρω (παρεμπιπτόντως δεν καπνίζω).
Δεν είμαι συγγραφέας ή δημοσιογράφος, ούτε και εξετάζω το γεγονός να γίνω. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να μπορώ να πω την άποψή μου και είμαι έτοιμη να δεχτώ την κριτική. Ξέρω ότι η κριτική υπάρχει παντού εκεί έξω, οπότε είναι μάλλον αφελές να νομίζουμε πως θα είναι απούσα σε ένα μέρος/μέσο που δεν υπάρχει φυσική παρουσία (όπως το Facebook). Παρόλα αυτά το ότι μπορώ να βάζω τις λέξεις στη σειρά με σωστό τρόπο, δεν με κάνει αυτόματα ειδική στη συγγραφή. Όσοι από εσάς με κάνατε φίλη γιατί διαβάσατε κάτι που έγραψα, θα απογοητευτείτε, αλλά ομολογώ πως δεν έχω πάντα την ίδια έμπνευση. Τις περισσότερες φορές γράφω ασυναρτησίες. Ή δε γράφω τίποτα….
Δεν ενδιαφέρομαι να βρω γκόμενο μέσω του διαδικτύου, οπότε αν κάποιοι από εσάς έχετε τέτοιο σκοπό, καλύτερα ξανασκεφτείτε το. Μου είναι ήδη κουραστικό να φροντίζω έναν άντρα, πόσω μάλλον να αποκτήσω και δεύτερο!
Ασχολούμαι εδώ και 10 χρόνια με το Βουδισμό και δεν πιστεύω σε έναν Θεό ο οποίος βρίσκεται έξω από εμάς. Πιστεύω στο Θεό που βρίσκεται μέσα μας. Δεν κατακρίνω καμία θρησκεία και υποστηρίζω το απόλυτο δικαίωμα του καθένα μας να πιστεύει σε ότι θέλει. Ποτέ δε θα προσπαθήσω να επιβάλλω την αποψή μου σε κάποιον και ποτέ δε θα δεχτώ από τους άλλους τέτοιου είδους επιβολές.
Επίσης θέλω να ομολογήσω ότι κάνω πολλά λάθη. Ναι, το παραδέχομαι! Πολλές φορές έχω άδικο (συμβαίνει και αυτό στους ανθρώπους). Δε φοβάμαι να το παραδεχτώ και να ζητήσω και συγγνώμη!
Είμαι μεγάλη φαν των ταινιών εποχής (ναι αυτές που οι άνθρωποι δεν έκαναν σεξ, είχαν πολλά μυστικά, κρατούσαν ηλιθιωδώς τους τύπους και έπιναν πολύ τσάι) και των μυθιστορημάτων επίσης εποχής.
Δε γνωρίζω πολλά από ιστορία, πολιτική, οικονομία και άλλα τέτοια περιπετειώδη σπορ. Τα σέβομαι και παρακολουθώ αυτούς που τα ξέρουν. Η γνώμη μου βασίζεται στην εμπειρία μου και μόνο.
Είμαι άνθρωπος κανονικός. Βγαίνω έξω, πίνω κανένα ποτάκι, κάνω κανένα τσιγάρο τράκα από τα πακέτα των φίλων μου, βλέπω τηλεόραση (ναι έχω ξεπέσει τόσο!) και ακούω πολύ ραδιόφωνο (όμως όχι τα παπαγαλάκια, το άλλο με τη μουσική)
Επίσης έχω να εξομολογηθώ πως βρίζω. Ναι καλά ακούσατε! Βρίζω. Προσπαθώ βέβαια να κρατιέμαι συνήθως, αλλά γενικώς τα χώνω. Γι’ αυτό θα ήθελα να σας παρακαλέσω άμα σοκάρεστε να αλλάξετε κανάλι. Γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Στο δικό μου τοιχαλάκι λέμε και κακές λέξεις.
Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμαι ευγενική με τους άλλους. Το αντίθετο θα έλεγα. Μπορεί ακόμα και να τσακωθώ με κάποιον και να μην του πω ούτε ένα καντήλι. Ούτε ένα τόσο δα βρισιδάκι. Είμαι ευγενική όσο ευγενικοί είναι και οι άλλοι απέναντί μου. Όμως δε θα κάτσω να ανεχτώ τη σκατίλα κανενός στα μούτρα μου. Δε θα πάρω εγώ τις αμαρτίες του κόσμου στις πλάτες μου, ούτε θα γίνω δασκάλα καλής συμπεριφοράς.
Για το τέλος αφήνω τα χειρότερα! Δεν έχω πάει ποτέ μου σε συναυλία κλασσικής μουσικής! (ναι το ομολογώ), ούτε στη Λυρική σκηνή, ούτε στο Μέγαρο μουσικής, ούτε έχω δει τις σούπερ ψαγμένες κουλτουριάρικες παραστάσεις όπου κανείς δεν καταλαβαίνει τι λένε και στο τέλος όλοι το παίζουν εκστασιασμένοι. Δεν μου αρέσουν οι ταινίες που έχουν 3 διαλόγους σε 3 ώρες και δεν μου αρέσουν οι ακραίοι πειραματισμοί στη μουσική, όπου κάποιος βροντάει τα όργανα και βγάζει κραυγές και αυτό όλοι το θεωρούν συναρπαστικό. Είμαι πιο απλή από τόσο.
Για αυτά και για άλλα πολλά, θα ήθελα να παρακαλέσω όλους εσάς που θεωρείτε τους εαυτούς σας κάτι το ιδιαίτερο, να είστε λίγο επιεικείς με όλους εμάς τους καημένους της υποκουλτούρας που δεν ταιριάζουμε στα ανώτερα στρώματα όπως εσείς και τολμάμε να παίζουμε και να κάνουμε βλακείες στα ντουβάρια μας με τους φίλους μας και να ακούμε σαχλά άσματα του τύπου «sexy bull». Συγχωρέστε μας που χαλάμε την υψηλή αισθητική σας και σας ταλαιπωρούμε, αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμα στα υψηλά επίπεδα τα δικά σας (και μεταξύ μας ούτε και θα φτάσουμε ποτέ). Α! και για να σας προειδοποιήσω, αυτά τα κάνουμε και στα σπίτια μας όταν βρισκόμαστε όλοι μαζί…!
Ευτυχώς ή δυστυχώς, ο αδυσώπητος κόσμος του διαδικτύου που θέλει όλους μας σοβαρούς, μετρημένους και κυρίως προβατοποιημένους, που βάζει χιλιάδες μπιπ στις φράσεις μας και στις εικόνες μας, μας δίνει το δικαίωμα να μην παλεύουμε πια με αυτά που δεν μας αρέσουν και τόσο πολύ, ή με αυτά που θα θέλαμε να κάνουμε αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν τα καταφέραμε. Μας δίνει το δικαίωμα της διαγραφής (delete επί το ελληνικότερον). Και καθαρίσαμε. Ότι δεν μας πήγε καλά, ότι μας εκνεύρισε, ότι πηγαίνει αντίθετα με τις παγιωμένες αντιλήψεις μας, ότι εισβάλλει στο κουκούλι που έχουμε χτίσει, ότι μας ξεβολεύει, το διαγράφουμε.
Delete λοιπόν! Και καθαρίσαμε…. 

Το μαναβάκι στο Σύνταγμα

Μεσημέρι Κυριακής 3 η ώρα. Ακριβώς μετά το φαγητό περπατώ στην αυλή κατευθυνόμενη προς το αυτοκίνητο. «Shit, που πάω ρε μεσημεριάτικα να μπλέξω στην Αθήνα μέσα στα Χριστούγεννα όλοι θα κάνουν βόλτες και ψώνια κι εμείς τα ψώνια θα διαμαρτυρόμαστε ειρηνικά στις πλατείες?» Έτσι σκέφτηκα…
Μπροστά μου η εθνική οδός. Κίνηση έχει. Που στο διάλο πάνε όλοι αυτοί μεσημεριάτικα? Για μια στιγμή οραματίστηκα όλους αυτούς στο Σύνταγμα να διαμαρτύρονται. Μάλλον φταίει το ότι ξέχασα να πάρω το χάπι μου... Αυτή η στριγκιά φωνίτσα βαρεμάρας και άρνησης μέσα στον εγκεφαλό μου είχε πάθει παραλήρημα «και που θα πας, και τι θα κάνεις, και τι δουλειά έχεις εσύ εκεί, και τι μαλακίες κάνετε, δε θ’ αλλάξετε εσείς τον κόσμο». Την αγνόησα. Η μουσική δυνατή στ’ αυτιά μου. Ροκ άκουγα, να πάρω θάρρος. Λες και πήγαινα να κάνω πόλεμο πια. Το φως γύρω μου κατακίτρινο και θαμπό. Ένα μίγμα υγρασίας και ήλιου με δόντια. Αναποφάσιστος κι ο καιρός. Προχωράω. Η οδήγηση στην εθνική σου επιτρέπει να μένεις για ώρα μόνος με τις σκέψεις σου κι εγώ σκεφτόμουν τι ωραία ασφαλτόστρωση έχουν κάνει στο δρόμο. Οτιδήποτε για να μη σκέφτομαι που πηγαίνω…
Μετά από καμιά ωρίτσα έφτασα στον κλεινόν άστυ. Τι τέρας Θεέ μου! Το Αιγάλεω σε ώρα λειτουργίας των καταστημάτων είναι σα να κόβεις βόλτες στα  στενά της κολάσεως την ώρα που δυναμώνουν τις φωτιές για τα καζάνια. Έλεος! Η χωριάτικη κωλοφαρδία μου λειτούργησε τελικά. Πάρκαρα αμέσως. Πήρα το Μετρό για το Σύνταγμα. Αδιαφορία. Ρε που πάω ρε? Φτάνω. Παίρνω τις κυλιόμενες για πάνω. Στην έξοδο της μπλε γραμμής, ακριβώς εκεί που ξεπροβάλλει το ταλαίπωρο κεφάλι του ταξιδιώτη, ακούγονται κρωξίματα από αρπακτικά! Κοράκια συγκεκριμένα. Γυρνάω, τι να δω. Προτζέκτορας προβάλλει μια φρικαλέα παρέα κορακιών να ίπτανται από πάνω μας έτοιμα να μας ξεσκίσουν. Λευκό το φόντο και τα πουλιά να κράζουν. Ποιος πούστης διεστραμμένος το σκέφτηκε αυτό? Βέβαια μόλις βγήκα στην πλατεία και αντίκρισα το τερατούργημα του τέως δημάρχου Νικήτα, αυτό το εξάμβλωμα με τα μπλε απαίσια λαμπάκια, κατάλαβα ότι όλα αυτά είναι μέρος του σατανικού του σχεδίου καταστροφής της πόλης. Και τότε έκανα τη σύνδεση. Τα κοράκια έφυγαν από το δέντρο και αναζητούσαν τον Νικήτα ανάμεσα στο κόσμο να του φάνε το σκαλπ! Ούτε αυτά δεν άντεξαν τόση ασχήμια.
Στην πλατεία πατείς με πατώ σε. Νέοι, γέροι και παιδιά σε παροξυσμό. Η μέρα της μαρμότας. Βγήκαν βόλτα ακριβώς όπως κάνουν κάθε φορά τα Χριστούγεννα. Να ξορκίσουν το κακό. Σαν τους προληπτικούς, που νομίζουν πως αν κάνουν πάντα την ίδια κίνηση, θα πάει γούρι. Όμως δυστυχώς η πραγματικότητα το μόνο που μοιράζει απλόχερα είναι σφαλιάρες. Μπας και ξυπνήσουμε…Έψαξα με το βλέμμα να δω το καρουζελ. Πουθενά! Πάει και το καρουζέλ. Είχα πει ότι άμα γίνουν φασαρίες στη συγκέντρωση (τρομάρα μας νομίζαμε ότι θα ήμασταν πολλοί), θα ανέβαινα στο καρουζέλ να κάνω την Κινέζα. Ο Νικήτας ολοκλήρωσε την εκδίκησή του…το εξαφάνισε!
 Στο απέναντι πεζοδρόμιο μπροστά στον άγνωστο στρατιώτη, η παρέα της διαμαρτυρίας έχει αρχίσει να μαζεύεται. 5 άτομα όλα  κι όλα. Το ήξερα ρε πούστη μου ότι δε θα έρθει κανείς. Αλλά δεν περίμενα αυτό το χάλι. Τους συνάντησα, συστηθήκαμε και περιμέναμε ένα φως. Κάποιος άλλος να φανεί. Μετά από λίγη ώρα ευτυχώς ήρθαν και κάποιοι άλλοι. Πάνω κάτω 30 άτομα. Κόσμος χαμός, πούλμαν από τα χωριά έρχονταν να δουν το μνημείο και να φωτογραφηθούν, σ’ εμάς φτύσιμο οι επαναστάτες του πληκτρολογίου….
Απλώσαμε κι εμείς το υλικό του αγώνα, πιάσαμε και το αυτοσχέδιο μικρό πανουδάκι που με τόσο κόπο και μαεστρία είχε φτιάξει η πρωθιέρεια του αγώνα μας η Αμελί και στηθήκαμε καμαρωτοί. Μας κοιτούσε ο κόσμος σαν εξωγήινους. Τι κάνουν αυτοί εδώ? Τι θέλουν Χριστουγεννιάτικα? «Ποιοι είστε?» με ρώτησε ένας κύριος. «είμαστε εμείς» του απάντησα. Δεν έχουμε ιδιαίτερα ονόματα. Κοινά είναι. Αμαλία, Όλγα, Αλίκη, Δημήτρης, Αποστόλης, Πέγκυ, απλοί άνθρωποι. Φοβόμαστε, υποφέρουμε, έχουμε χάσει τις δουλειές μας και θέλουμε αυτό να το πούμε και σε άλλους ανθρώπους, να το σκεφτούν κι αυτοί, να το επεξεργαστούν, να δουν πως νιώθουν. Είναι σημαντικό να μπορείς να νιώσεις. Σημαίνει ότι είσαι ακόμα άνθρωπος. Δεν είναι όλα χρήμα και δουλειές. Είναι και ζωή και χαρά και αγάπη και ευτυχία. Αυτά τα έχουμε χάσει προ πολλού. Εγώ γι’ αυτό είμαι εδώ. Για να μη χάσω την αγάπη μου και την ανάσα μου…Δε θέλω να κάνω φασαρίες, ούτε να σπάσω. Θέλω μόνο να πω ότι φοβάμαι…Ύστερα από 10 λεπτά να σου και οι αστυνομικοί. Να δούνε τι κάνουμε. Πως γίνεται κάθε φορά που δεν τους χρειάζεσαι να έρχονται αμέσως και όταν ληστεύουν τις τσάντες των γιαγιάδων να είναι πάντα απόντες, είναι μια απορία που την έχω από μικρό παιδί. Τέλος πάντων μας αφήσανε ήσυχους γιατί μας κόψανε για πολύ καλά παλικάρια και κορίτσια, ήσυχα και νομοταγή. Έκατσαν εκεί μπροστά με τις μηχανάρες τους και κοιτούσαν βλοσυρά. Ψαρωτικά τολμώ να πω. Τόσο, που μετά από μία ώρα με έπιασε κατούρημα.
Ο αγώνας τελικά διήρκεσε δύο ώρες! Μετά όλοι μαζί (όσοι απομείναμε) πήγαμε για καφέ σε μια καφετέρια που μου είπαν πως συχνάζουν διανοούμενοι και γενικά άνθρωποι του πνεύματος. Όταν επισκέφτηκα την τουαλέτα του καταστήματος πάντως κατάλαβα ότι ευτυχώς και δεν είμαι και τόσο του πνεύματος. Δε θέλει φαίνεται και πολλή καλλιέργεια για να μάθεις να πετάς το χαρτί στον κουβά και όχι στο πάτωμα….Τέλος πάντων, καθίσαμε έξω για να μπορούμε να καπνίζουμε γιατί μεταξύ του καταιγισμού νομοσχεδίων και της επέλασης των μνημονίων, μας κόψανε και το κάπνισμα. Και αφού γκρινιάξαμε και αναλύσαμε μέχρι τελικής πτώσεως τα αίτια που ο κόσμος, αν και δήλωσε συμμετοχή, δεν ήρθε ούτε καν σε μια ειρηνική διαμαρτυρία, και φυσικά δεν καταλήξαμε σε κανένα συμπέρασμα, καταστρώσαμε τα μελλοντικά μας σχέδια.
Γιατί μη μας βλέπετε έτσι λίγους και ήσυχους. Είναι να μην πάρουμε φόρα εμείς. Μετά δε μας σταματάει κανείς. Και να δείτε που μαζί με μας τους λίγους θα έρθουν κι άλλοι περίεργοι και σιγά σιγά μπορεί κάτι να συμβεί στο βασίλειο του χυμαδιού και της απάθειας. Γιατί, για όλα τα πράγματα αρκεί να γίνει μια αρχή. Και μετά να υπάρχει υπομονή και πίστη. Πίστη στον εαυτό μας και στις δυνάμεις μας. Και μπορεί τότε όλοι μαζί και βοηθώντας ο ένας τον άλλον, να καταφέρουμε να πάμε ένα μικρό βηματάκι πιο πέρα. Και μετά πιο πέρα και λίγο παρακάτω, μέχρι που να βγούμε στο ξέφωτο και να πάρουμε όλοι μαζί μια μεγάλη ανάσα και να είμαστε επιτέλους ευτυχισμένοι που βγήκαμε από το κουκούλι μας και κάναμε ένα μικρό γενναίο βήμα στον έξω κόσμο…
  Γυρίζοντας στο μικρό Γαλατικό μου χωριό μια γλυκόπικρη αίσθηση μου είχε κάτσει στην καρδιά. Πικρή γιατί θα ήθελα να ήμασταν πιο πολλοί. Το εύχομαι για την επόμενη φορά. Γλυκιά, γιατί αυτοί που ήμασταν, ήμασταν εκεί παρόντες στο ραντεβού με τη συνείδησή μας. Απλά το κάναμε. Τίποτα άλλο....