Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Οι ανάσες της πόλης


Πάνε 6,5 χρόνια από τότε που εγκατέλειψα το τερατώδες κλεινόν άστυ για να εγκατασταθώ σε ένα παραλιακό χωριό του νομού Κορινθίας. Στο σπίτι μου, καμιά εκατοστή μέτρα από τη θάλασσα, τα τζάμια κάποιες ημέρες με αέρα γεμίζουν αλάτι. Στο όλο αυτό σκηνικό, έρχεται να προστεθεί η υπέροχη μουσμουλιά έξω από την πόρτα μου που γεμίζει πουλιά που τραγουδούν τα ξημερώματα και μέλισσες που τρυγούν τους ανθούς της την άνοιξη.

Τελευταία, λόγω κάποιων σημαντικών υποχρεώσεων αναγκάζομαι να περνώ αρκετές μέρες ως φιλοξενούμενη των φίλων μου στην Αθήνα. Έτσι ανακαλύπτω πως όλο και περισσότερο αποσυνδέομαι από τη ζωή στην πόλη. Από αυτόν τον δραματικό αγώνα ενάντια στο χρόνο. Από το αδυσώπητο κυνήγι της θέσης στάθμευσης, από το διαρκές βουητό στ’ αυτιά. Από αυτό το ασταμάτητο τρέξιμο.

Όπως την περασμένη εβδομάδα, που χρειάστηκε να μείνω στην Αθήνα για αρκετές μέρες. Οφείλω να ομολογήσω πως από την τρίτη ημέρα και μετά οι αντοχές μου με εγκατέλειψαν. Παρόλα αυτά και για να συνέλθω, αποφάσισα να κάνω μια μεγάλη βόλτα για να συντονιστώ με τους ρυθμούς της πόλης και να γνωριστώ και πάλι με τους ανθρώπους της. Αυτούς τους ανθρώπους που αναζητούν μια ανάσα παραπάνω ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τους αυτοκινητόδρομους τους γεμάτους αυτοκίνητα. Τους ανθρώπους που τρέχουν καθημερινά να προφτάσουν τα ραντεβού τους, που στοιβάζονται στο Μετρό και στα λεωφορεία, αλλά διατηρούν αυτό το πρόσωπο, με  αυτό το βλέμμα το γεμάτο αξιοπρέπεια, στο οποίο πάντα από κάτω είναι έτοιμο να πεταχτεί ένα γελάκι.

Η πρώτη μου στάση ήταν σε ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο. Ξέρεις, από αυτά τα πελώρια, απρόσωπα μέρη με τα πολλά φωτάκια, όπου όλοι μπαίνουν μέσα και αυτόματα αισθάνονται μικρά μικρούτσικα μυρμηγκάκια, έτοιμα να τα καταπατήσουν οι μεγάλες πολυεθνικές με τις ξακουστές μάρκες. Ο ναός της κατανάλωσης. Σκάλες, κι άλλες σκάλες, πολλές σκάλες, μαγαζιά, καφετέριες, εστιατόρια. Τεράστιο, το βλέμμα σου δε σταματάει πουθενά, περιπλανιέται έντρομο στις εκατοντάδες βιτρίνες με τα δελεαστικά καλούδια, που κλείνουν το μάτι θαρρείς στον καθένα ξεχωριστά, προσωπικά. Η ατμόσφαιρα ολίγον κλειστοφοβική, τα βήματά μου σέρνονται στα ακριβά του μάρμαρα. Ο κόσμος λιγοστός, έχει πάει εκεί για καφέ και φαγητό. Λιγότεροι για ψώνια. Οι εποχές της ασύστολης κατανάλωσης έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Βγήκα έξω και ανέπνευσα βαθιά. Περίμενα στην αποβάθρα του Μετρό, με τον αδιανόητο θόρυβο από τα αυτοκίνητα να ταρακουνά και τα τσιμέντα. Κατευθυνόμουν προς το κέντρο της πόλης.

Φτάνοντας, στάθηκα στην είσοδο του σταθμού περιμένοντας δυο φίλες. Ταχύτητα. Ταχύτητα παντού. Στα αυτοκίνητα, στο περπάτημα, στις ματιές. Πιο κάτω ο «Δρομέας». Τρέχει κι αυτός. 
Απέναντι το Πάρκο Ελευθερίας. Τι υπέροχη αντίθεση που έκανε με τη γκριζάδα του ουρανού και της ασφάλτου. Ανέδινε ησυχία. Όλα ήταν στη θέση τους, με τρόπο φυσικό. Η αρμονία αυτού του μικρού κομματιού γης, έρεε ανάμεσα στον καταιγισμό της κίνησης και της βουής.
Μετά από λίγα λεπτά άρχισε μια σιγανή βροχούλα. Κάθισα κάτω από ένα διαφανές υπόστεγο. Οι σταγόνες τις βροχής αιωρούνταν από πάνω μου χορεύοντας ένα τρελό χορό που σταματούσε σε αυτό το διαφανές υπόστεγο. Το τέλος μιας εναλλασσόμενης πορείας από τη γη στον ουρανό και πάλι πίσω. 

Στα αυτιά μου μουσικές όμορφες χορευτικές πλαισίωναν  το παζλ των αισθήσεων. Σε κάποια στιγμή πιάνω τον εαυτό μου να χορεύω μόνη μου. Κάποιοι με κοιτούσαν, κάποιοι με προσπερνούσαν. Ο καθένας χόρευε το δικό του προσωπικό χορό. Σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις. Σχεδόν μπορούσες να τις πιάσεις. Πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας δυνατές και ηχηρές. Εκατομμύρια σκέψεις. Απασχολούν το νου μας περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Πάντα έχουμε κάτι πολύ ενδιαφέρον να σκεφτούμε. Οτιδήποτε εκτός από το να μείνουμε με τον εαυτό μας. Να νιώσουμε την ανάσα μας.

Μπροστά μου κάποιοι φίλοι αποχαιρετιούνταν. Μάτια ζωντανά, χαμόγελα, ανοιχτές αγκαλιές βλέμματα αγάπης. Εις το επανειδείν. Σύντομα.

Στην άκρη του πεζοδρομίου ο βιβλιοπώλης με το κινούμενο βιβλιοπωλείο του μάζευε βιαστικά την περιουσία/εμπόρευμα την ώρα της βροχής. Ένα από τα βιβλία του έπεσε κάτω. Το μάζεψε με αγάπη, το σκούπισε με μεγάλη προσοχή σα να ήταν το πιο  εύθραυστο πράγμα του κόσμου και το τοποθέτησε στον πάγκο του μαζί με την υπόλοιπη περιουσία του. Σκέπασε τα πάντα με το πλαστικό προστατευτικό και τα κλείδωσε σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Τα βιβλία εσωτερισμού και εξωτικής περιπέτειας κείτονταν τώρα σφιχτοδεμένα με το πλαστικό τους περιτύλιγμα, περιμένοντας την επόμενη μέρα για να εκθέσουν το όμορφο εξώφυλλό τους στα μάτια των περαστικών και να τους δελεάσουν με το περιεχόμενό τους.

Απέναντί μου κάθεται ένα όμορφο αγόρι. Βιαστικά τρώει ένα έτοιμο σνακ και πίνει ένα καφέ. Φοράει ένα πράσινο σκουφί που ταιριάζει τέλεια με τα όμορφα μάτια του. Το βλέμμα του έντονο, παρατηρεί με ενδιαφέρον δίπλα του ένα άλλο παλικάρι από κάποια εξωτική, μακρινή αραβική χώρα που κάθεται στο πεζοδρόμιο παρέα με το σκύλο του. Ο πιο τυχερός της παρέας είναι αυτός ο σκύλος. Όλες οι κυρίες σταματούν να τον χαιδέψουν. Είναι όμορφος πράγματι. Καταχαρούμενος ο σκύλος το απολαμβάνει. Ποιος δεν ευχαριστιέται τα χάδια; Παίζει μαζί τους, τον κερνούν μεζεδάκι.

Η μουσική συνεχίζει να ηχεί δυνατή στα αυτιά μου. Ο χορός συνεχίζεται. Αυτή είναι μια από εκείνες τις υπέροχες στιγμές που όλα μοιάζουν ατάραχα. Τίποτα δεν μπορεί να τα επηρεάσει, να τα χαλάσει. Εδώ και τώρα. Ούτε πριν, ούτε μετά. Μόνο τώρα. Ανοιχτή στον κόσμο. Με τις αισθήσεις να εκλύονται στην ατμόσφαιρα. 

Απέναντι μου συνεχίζει να βρίσκεται το πάρκο. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, είναι πάντα εκεί να σκορπάει φρεσκάδα και μυρωδιές ακούραστα σε όσους βιαστικά το προσπερνούν. Ο κόσμος είναι εκεί. Μας περιμένει να βρούμε λίγο χώρο για να τον συναντήσουμε. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να σταθούμε. Και να κοιτάξουμε μέσα μας. Να βρούμε τον κόσμο μέσα στις καρδιές μας. Εκεί όπου κρύβονται όλα τα μυστικά του σύμπαντος…

Από μακριά οι φίλες μου κατηφορίζουν το δρόμο γελώντας. Αγκαλιές, φιλιά. Πριν δύο ώρες παρέα ήμασταν. Έχει καμμία σημασία; Η αγκαλιά εξάλλου είναι το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο.
Κατηφορίζουμε τις σκάλες προς τις αποβάθρες για να συνεχίσουμε τη βόλτα μας. Το σύρσιμο των βαγονιών στις ράγες γεμίζει την ατμόσφαιρα ανατριχίλες. Οι ήχοι της πόλης απομακρύνονται από τα αυτιά μου. Οι ανάσες της πόλης κονταίνουν, γίνονται πιο κλειστοφοβικές, πιο μυστηριώδεις. Το βαγόνι έφτασε μπροστά μας και επιβιβαστήκαμε προς μια άλλη κατεύθυνση, έναν άλλον προορισμό. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται…
Όλα ίδια, όλα διαφορετικά….


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου