Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Αρσένι Ταρκόφσκι : Πρώτα ραντεβού


Φωτό : Photographers direct


Κάθε στιγμή μαζί
ήταν γιορτή, Επιφάνια,
οι δυο μας μόνοι μες στον κόσμο.
Ήσουν πιο θαρραλέα, πιο ανάλαφρη κι από πουλί,
κατέβηκες ορμητική δυο δυο τα σκαλιά
σαν ίλιγγος, και μέσα από την υγρή πασχαλιά,
με πήγες στο βασίλειο σου, με οδήγησες,
στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Όταν ήρθε η νύχτα έλαβα χάρη,
άνοιξαν διάπλατες οι πύλες της αγίας τράπεζας
και στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια μας
καθώς γείραμε. "Ευλογημένη να` σαι!"
αναφώνησα ξυπνώντας, κι ήξερα
πως η ευλογία μου ήταν θράσος:
κοιμόσουν, η πασχαλιά απλώθηκε μ` ένα γαλάζιο
σύμπαν
να αγγίξει πάνω απ` το τραπέζι τα ματοτσίνορα σου, 
και συ δέχτηκες το άγγιγμα της: ακίνητα τα μάτια σου
και το χέρι σου ακόμα ζεστό.

Βουερά ποτάμια μες στο κρύσταλλο,
βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν,
κι εσύ κρατούσες στα χέρια σου σφαίρα κρυστάλλινη,
ενώ κοιμόσουν ακόμα καθισμένη σε θρόνο
και ήσουν, Θεέ μου, δική μου.
Ξύπνησες και μεταμόρφωσες 
τις καθημερινές μας τις κουβέντες,
ο λόγος ξεχείλισε δύναμη λαγαρή,
κι η λέξη "εσύ" βρήκε το νέο της νόημα:
"βασιλιάς".
Τα πιο συνηθισμένα πράματα μετουσιώθηκαν μεμιάς,
τα πάντα- το κανάτι, η λεκάνη- όταν μπήκαν ανάμεσα μας
φρουρός, γίναν νερό, στρώμα υδάτινο.

Βαδίζαμε παρασυρμένοι, άγνωστο που
μπροστά μας, αντικατοπτρισμοί θαρρείς,
έσβηναν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος,
άγρια μέντα ξάπλωνε κάτω από τα πόδια μας,
πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο,
τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα
κι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια μας.

Όταν η μοίρα μας πήρε το κατόπι,
παράφρονας με το ξυράφι στο χέρι.

2.
Απ` το πρωί, χτες, σε περίμενα,
το` ξεραν πως δε θα` ρθεις, το` χαν μαντέψει.
Θυμάμαι τι όμορφη μέρα ήταν;
Σωστή γιορτή! Δε χρειαζόμουν πανωφόρι.

Ήρθες πια σήμερα, κι η μέρα
βγήκε μελαγχολική, βαριά,
κι έβρεχε, κι ήταν κάπως αργά,
και τα κλαδιά κρύα από τις βροχοστάλες.

Η λέξη δεν παρηγορεί, το μαντίλι δεν σφουγγίζει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου