Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η φωνή της άμμου (ο θάνατος, ένα μικρό κομμάτι της ζωής)

Ήταν μια φορά ένας ποταμός.... Ένας γέρικος ποταμός που κανείς δεν ξέρει πως πήγε και χώθηκε μέσα στην άμμο της ερήμου και χάθηκε...

Όμως, έτσι όπως βάλτωνε ανάμεσα στους 
αμμόλοφους, ο ποταμός θυμότανε... Θυμόταν πως ερχότανε από ένα ψηλό βουνό. Τόσο ψηλό, που η κορφή του ήταν ένα με τον ουρανό. Θυμόταν να 'χει διασχίσει κοιλάδες, δάση, πόλεις, ορμητικός, πλατύς κι όλο και πιο πλατύς, περήφανος! Όμως, ποια κακιά μοίρα τον οδήγησε εκεί που δεν υπάρχει δρόμος για πουθενά; Να πάει που; Και πως να διασχίσει την καυτή άμμο που 'μοιαζε απέραντη; Δεν ήξερε. Κι απελπιζότανε. Μα εκεί που προσπαθούσε μάταια να βρει μια λύση, άκουσε μια μικρή φωνή που 'βγαινε απ' την καρδιά της άμμου:
- Πέτα! Πέτα! Κάνε όπως ο άνεμος
- Μα είμαι πλάσμα της γης, απάντησε ο ποταμός. Δεν ξέρω να πετάω.
- Έχε εμπιστοσύνη στους αέρηδες. Στις μεγάλες αύρες που πάνε μακριά. αφέσου ν' απορροφηθείς. Ο άνεμος θα σε πάει πέρα....
- Να έχω εμπιστοσύνη στον άστατο αέρα; Όχι, ποτέ δε θα μπορούσα. Εγώ πάντα έσπρωχνα τα κύματα, τα ρεύματα, τους μικρούς μου καταρράκτες στον κόσμο της στεριάς. Ανήκω στη γη εγώ! Εκεί είναι η ζωή μου.
Τότε η φωνή της άμμου του είπε - και δεν ήταν παρά ένας ψίθυρος :
- Η ζωή είναι πλασμένη από μεταμορφώσεις. Ο άνεμος θα σε πάει πέρα από την έρημο, θα σε ξαναφήσει να πέσεις στη γη, σαν βροχή. Θα ξαναγίνεις ποτάμι....
Έξαφνα, ένας μεγάλος φόβος κυρίευσε τον γέρο-ποταμό. Φώναξε :
- Μα εγω δεν θέλω να αλλάξω. Θέλω να μείνω αυτό που είμαι!
- Δεν το μπορείς, είπε η φωνή της άμμου. Κι αν μιλάς έτσι, αυτό σημαίνει πως δε γνωρίζεις ποιος στ' αλήθεια είσαι. Το σώμα σου, σαν σώμα ποταμού, είναι περαστικό. Όμως η άφθαρτη ύπαρξή σου απορροφήθηκε πολλές φορές από τον άνεμο, έζησε στα σύννεφα και ξαναβρήκε τη γη για να κυλήσει πάλι, να τρέξει, να ζήσει...

Ο ποταμός έμεινε σιωπηλός... Και μέσα στη σιωπή μια θύμηση παλιά ξύπνησε μέσα του σαν άρωμα μακρινό, ξεχασμένο. "Όλα αυτά δεν είναι παρά ένα όνειρο" σκέφτηκε. Η καρδιά του απάντησε "Κι αν αυτό το όνειρο είναι ο μοναδικός σου δρόμος για τη ζωή από δω και πέρα;"

Όταν έπεσε η νύχτα, ο ποταμός έγινε ομίχλη. Φοβισμένος, άνοιξε τα σκοτεινά φτερά του και υποδέχτηκε τον άνεμο  που τον σήκωσε ψηλά. Κι αναπάντεχα, θυμήθηκε πως είχε ξαναζήσει στον ουρανό, εκεί που πετάνε τα πουλιά, και μια άγρια χαρά τον πλημμύρισε. Ένα γάργαρο γέλιο ξεπήδησε από μέσα του, κι ενώ γελούσε, ο άνεμος τον πήρε πέρα από την έρημο και τον απόθεσε στην κορφή ενός βουνού.

Όταν ξημέρωσε, μακριά του, χαμηλα πολύ, ακούστηκε η φωνή της άμμου που μουρμούριζε σαν κύμα :
- Βλέπετε στην κορφή του βουνού εκείνο τ' άσπρο σύννεφο; Θα βρέξει εκεί πάνω, εκεί που φυτρώνει το τρυφερό χορτάρι. Κι ένας καινούργιος ποταμός θα γεννηθεί. Ναι, το ξέρουμε καλά. Τα ξέρουμε όλα για τα χίλια πρόσωπα της ζωής, εμείς που σαν κόκκοι άμμου έχουμε πάντα ένα και μόνο πρόσωπο...

Και συνέχισε να μουρμουρίζει και να μιλά και φαίνεται πως μιλάει ακόμα. Το παραμύθι της άμμου δεν έχει τελειωμό. Μοιάζει με τις αέναες αλλαγές της ζωής και με τη μνήμη του κόσμου...




Από το βιβλίο : "Δέκα και ένα παραμύθια σοφίας για καιρούς κρίσης και άλλων δεινών" της Λίλης Λαμπρέλλη από τις εκδόσεις Πατάκη






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου